Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agir
01
ενεργώ, κάνω
faire quelque chose ou prendre une décision pour produire un effet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
agis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
agissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
agirai
ενεστώτα μετοχή
agissant
παθητική μετοχή
agi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
agissions
Παραδείγματα
Il faut agir rapidement pour résoudre le problème.
Πρέπει να ενεργήσουμε γρήγορα για να λύσουμε το πρόβλημα.
02
συμπεριφέρομαι, ενεργώ
se comporter d'une certaine manière envers quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Il sait bien agir avec les enfants.
Ξέρει καλά πώς να συμπεριφέρεται με τα παιδιά.
03
ενεργώ, επηρεάζω
produire un effet ou une influence sur quelque chose ou quelqu'un
Παραδείγματα
Ce médicament agit rapidement contre la douleur.
Αυτό το φάρμακο δρα γρήγορα κατά του πόνου.
04
αφορά, έχει σχέση με
porter sur un sujet ou concerner quelque chose
Παραδείγματα
Il s'agit d'un problème important.
Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα.



























