Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'agenda
[gender: masculine]
01
ημερολόγιο, προγραμματιστής
carnet ou application permettant d'organiser et de noter les rendez-vous et tâches quotidiennes
Παραδείγματα
Les agendas électroniques sont très pratiques pour gérer le temps.
Ημερολόγια ηλεκτρονικά είναι πολύ πρακτικά για τη διαχείριση του χρόνου.



























