accueillir
Pronunciation
/akœjiʀ/

Ορισμός και σημασία του "accueillir"στα γαλλικά

accueillir
01

استقبال کردن, پذیرایی کردن، به پیشواز رفتن

γραμματικές πληροφορίες
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
ενεστώτα μετοχή
accueillant
παθητική μετοχή
accueilli
Παραδείγματα
Je vais accueillir mon amie à l' aéroport.
02

پناه دادن, جا دادن

03

دریافت کردن, گرفتن

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store