Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escabechado
01
μαριναρισμένος, σε εσκαμπέτς
un alimento, típicamente carne o pescado, conservado en una mezcla de vinagre, aceite, vino y especias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escabechado
αρσενικό πληθυντικό
escabechados
θηλυκό ενικό
escabechada
θηλυκό πληθυντικό
escabechadas
Παραδείγματα
El conejo escabechado es un plato tradicional de la abuela.
Το κουνέλι escabechado είναι ένα παραδοσιακό πιάτο της γιαγιάς.



























