Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esbelto
01
αδύνατος, κομψός
delgada y de forma elegante o proporcionada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más esbelto
συγκριτικός βαθμός
más esbelto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
esbelto
αρσενικό πληθυντικό
esbeltos
θηλυκό ενικό
esbelta
θηλυκό πληθυντικό
esbeltas
Παραδείγματα
Mantenerse esbelto requiere ejercicio y buena alimentación.



























