Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conmoción
01
σόκ, σύγχυση
un estado de sorpresa profunda, perturbación emocional o desorientación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La conmoción por el resultado de las elecciones fue total.
Το σοκ από το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν ολοκληρωτικό.
02
δόνηση, σάλος
un movimiento violento y repentino, una sacudida o agitación intensa
Παραδείγματα
La caída del árbol causó una conmoción en el suelo.
Η πτώση του δέντρου προκάλεσε conmoción στο έδαφος.
03
εγκεφαλική διάσειση, ελαφρύ τραυματικό εγκεφαλικό τραύμα
una lesión cerebral traumática leve, causada por un golpe en la cabeza, que altera temporalmente la función cerebral
Παραδείγματα
La conmoción cerebral es una lesión seria que no debe subestimarse.
Η εγκεφαλική διάσειση είναι ένα σοβαρό τραύμα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.



























