Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La conmoción
01
σόκ, σύγχυση
un estado de sorpresa profunda, perturbación emocional o desorientación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La noticia de su fallecimiento nos dejó en estado de conmoción.
Η είδηση του θανάτου του μας άφησε σε κατάσταση σόκ.
02
δόνηση, σάλος
un movimiento violento y repentino, una sacudida o agitación intensa
Παραδείγματα
Un temblor causó una fuerte conmoción en los edificios del centro.
Ένας σεισμός προκάλεσε ισχυρή conmoción στα κτίρια του κέντρου της πόλης.
03
εγκεφαλική διάσειση, ελαφρύ τραυματικό εγκεφαλικό τραύμα
una lesión cerebral traumática leve, causada por un golpe en la cabeza, que altera temporalmente la función cerebral
Παραδείγματα
El futbolista sufrió una conmoción cerebral tras el choque de cabezas.
Ο ποδοσφαιριστής υπέστη εγκεφαλική διάσειση μετά τη σύγκρουση των κεφαλιών.



























