Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adquirir
[past form: adquirí][present form: adquiero]
01
αποκτώ
obtener algo comprándolo o ganándolo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
adquiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
adquiere
ενεστώτα μετοχή
adquiriendo
απλός αόριστος
adquirí
παθητική μετοχή
adquirido
Παραδείγματα
Quiero adquirir una casa en el campo.
Θέλω να αποκτήσω ένα σπίτι στην ύπαιθρο.



























