Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adquirente
01
αγοραστής
persona o entidad que adquiere bienes, derechos o propiedades en una transacción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
adquirentes
Παραδείγματα
El adquirente solicitó una revisión del contrato.
Ο αγοραστής ζήτησε αναθεώρηση της σύμβασης.
adquirente
01
αγοραστής, κτητικός
relativo a la adquisición o compra de bienes, derechos o propiedades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adquirente
αρσενικό πληθυντικό
adquirentes
θηλυκό ενικό
adquirente
θηλυκό πληθυντικό
adquirentes
Παραδείγματα
La estrategia adquirente se centró en activos digitales.
Η εξαγοραστική στρατηγική επικεντρώθηκε στα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία.



























