adornar

Ορισμός και σημασία του "adornar"στα ισπανικά

adornar
01

στολίζω, διακοσμώ

agregar elementos decorativos para hacer algo más bonito
adornar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
adorno
γ΄ ενικό πρόσωπο
adorna
ενεστώτα μετοχή
adornando
απλός αόριστος
adornó
παθητική μετοχή
adornado
Παραδείγματα
Para adornar la habitación, colgamos unas cortinas nuevas.
Για να διακοσμήσουμε το δωμάτιο, κρεμάσαμε νέες κουρτίνες.
02

διακοσμώ, στολίζω

decorarse o embellecerse a sí mismo o a un espacio
Παραδείγματα
Para la fiesta, el salón se adornó con globos y guirnaldas.
Για το πάρτι, το σαλόνι διακοσμήθηκε με μπαλόνια και γιρλάντες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store