Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adornar
01
στολίζω, διακοσμώ
agregar elementos decorativos para hacer algo más bonito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
adorno
γ΄ ενικό πρόσωπο
adorna
ενεστώτα μετοχή
adornando
απλός αόριστος
adornó
παθητική μετοχή
adornado
Παραδείγματα
Voy a adornar el pastel con fresas y crema batida.
Πρόκειται να διακοσμήσω το κέικ με φράουλες και κρέμα σαντιγί.
02
διακοσμώ, στολίζω
decorarse o embellecerse a sí mismo o a un espacio
Παραδείγματα
Las calles se adornaron con banderas para la celebración.
Οι δρόμοι στολίστηκαν με σημαίες για την εορτή.



























