el adoquinado
Pronunciation
/ˌaðokinˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "adoquinado"στα ισπανικά

01

λιθόστρωτο, πλακόστρωτο

superficie o pavimento formado por adoquines
el adoquinado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
adoquinados
Παραδείγματα
Colocaron un nuevo adoquinado en la avenida.
Τοποθέτησαν νέα πλακόστρωση στη λεωφόρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store