adorar
adorar
adosaradornaradobar

Ορισμός και σημασία του "adorar"στα ισπανικά

adorar
01

λατρεύω

amar o querer mucho a alguien o algo 
adorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
adoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
adora
ενεστώτα μετοχή
adorando
απλός αόριστος
adoró
παθητική μετοχή
adorado
Παραδείγματα
Adoro a mi familia. 

Λατρεύω την οικογένειά μου.

02

λατρεύω

rendir culto o veneración a alguien o algo 
Παραδείγματα
Adoraban a sus dioses antiguos. 

Λάτρευαν τους αρχαίους θεούς τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store