adorar

Ορισμός και σημασία του "adorar"στα ισπανικά

adorar
01

λατρεύω

amar o querer mucho a alguien o algo
adorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
adoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
adora
ενεστώτα μετοχή
adorando
απλός αόριστος
adoró
παθητική μετοχή
adorado
Παραδείγματα
Los niños adoran leer cuentos antes de dormir.
Τα παιδιά λατρεύουν να διαβάζουν ιστορίες πριν κοιμηθούν.
02

λατρεύω

rendir culto o veneración a alguien o algo
Παραδείγματα
Muchos pueblos adoran a la naturaleza.
Πολλές κοινότητες λατρεύουν τη φύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store