Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Los adornos
01
στολίσματα, διακοσμήσεις
elementos decorativos que se añaden a una prenda o tela, como cintas, encajes o bordes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
adornos
Παραδείγματα
El vestido tenía adornos de encaje en el escote y las mangas.
Το φόρεμα είχε διακοσμήσεις από δαντέλα στο λαιμόκοψο και τα μανίκια.



























