adquirir
ad
adh
qui
ki
ki
rir
ˈɾiɾ
rir
esculpirexpandirprevenirdifundir

Ορισμός και σημασία του "adquirir"στα ισπανικά

adquirir
01

αποκτώ

obtener algo comprándolo o ganándolo 
adquirir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
adquiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
adquiere
ενεστώτα μετοχή
adquiriendo
απλός αόριστος
adquirí
παθητική μετοχή
adquirido
Παραδείγματα
La empresa adquirió nuevos equipos de oficina. 

Η εταιρεία αγόρασε νέο εξοπλισμό γραφείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store