Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adulterar
01
παραποιώ, αλλοιώνω
mezclar una sustancia, especialmente una comida o bebida, con ingredientes inferiores o dañinos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
adultero
γ΄ ενικό πρόσωπο
adultera
ενεστώτα μετοχή
adulterando
απλός αόριστος
adulteró
παθητική μετοχή
adulterado
Παραδείγματα
La policía descubrió que adulteraban el vino con alcohol metílico.
Η αστυνομία ανακάλυψε ότι νόθευαν το κρασί με μεθυλικό αλκοόλ.



























