Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estirar
01
τεντώνω, απλώνω
extender el cuerpo o una parte para hacerse más largo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
estira
ενεστώτα μετοχή
estirando
απλός αόριστος
estiré
παθητική μετοχή
estirado
Παραδείγματα
Estiró la cuerda para que quedara bien tensa.
Τεντώνω το σχοινί για να είναι καλά τεντωμένο.
02
τεντώνω, τεντώνομαι
hacer movimientos para alargar o relajar los músculos
Παραδείγματα
Antes de correr, es importante estirarse bien.
Πριν από το τρέξιμο, είναι σημαντικό να τεντώσετε καλά.



























