estofar
es
es
es
to
to
to
far
ˈfaɾ
far
estafar

Ορισμός και σημασία του "estofar"στα ισπανικά

estofar
01

στιφάδο

cocinar un alimento a fuego lento en un recipiente cerrado con un poco de líquido 
estofar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estofo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estofa
ενεστώτα μετοχή
estofando
απλός αόριστος
estofó
παθητική μετοχή
estofado
Παραδείγματα
A mi abuela le gusta estofar la carne con verduras durante horas. 

Στη γιαγιά μου αρέσει να συμπονεί το κρέας με λαχανικά για ώρες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store