Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estofar
01
στιφάδο
cocinar un alimento a fuego lento en un recipiente cerrado con un poco de líquido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estofo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estofa
ενεστώτα μετοχή
estofando
απλός αόριστος
estofó
παθητική μετοχή
estofado
Παραδείγματα
Siempre estofo las costillas antes de ponerlas en la salsa.
Πάντα σβήνω τις πλευρές πριν τις βάλω στη σάλτσα.



























