Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estornudar
01
φταρνίζομαι
expulsar aire por la nariz y la boca de forma involuntaria y ruidosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estornudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estornuda
ενεστώτα μετοχή
estornudando
απλός αόριστος
estornudé
παθητική μετοχή
estornudado
Παραδείγματα
Cuando tengo alergia, suelo estornudar mucho.
Όταν έχω αλλεργίες, συνήθως φταρνίζομαι πολύ.



























