Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estimular
01
διεγείρω, ενθαρρύνω
hacer que algo crezca, mejore o se desarrolle más
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estimulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estimula
ενεστώτα μετοχή
estimulando
απλός αόριστος
estimulé
παθητική μετοχή
estimulado
Παραδείγματα
Esta campaña busca estimular el turismo local.
Αυτή η καμπάνια στοχεύει να διεγείρει τον τοπικό τουρισμό.



























