estimular
es
es
es
ti
ti
ti
mu
ˈmu
moo
lar
laɾ
lar
estipular

Ορισμός και σημασία του "estimular"στα ισπανικά

estimular
01

διεγείρω, ενθαρρύνω

hacer que algo crezca, mejore o se desarrolle más 
estimular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estimulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estimula
ενεστώτα μετοχή
estimulando
απλός αόριστος
estimulé
παθητική μετοχή
estimulado
Παραδείγματα
El gobierno quiere estimular la economía. 

Η κυβέρνηση θέλει να διεγείρει την οικονομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store