estimular
Pronunciation
/ˌestimulˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "estimular"στα ισπανικά

estimular
01

διεγείρω, ενθαρρύνω

hacer que algo crezca, mejore o se desarrolle más
estimular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estimulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estimula
ενεστώτα μετοχή
estimulando
απλός αόριστος
estimulé
παθητική μετοχή
estimulado
Παραδείγματα
Esta campaña busca estimular el turismo local.
Αυτή η καμπάνια στοχεύει να διεγείρει τον τοπικό τουρισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store