Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estimulante
01
διεγερτικό, τονωτικό
que provoca interés, emoción o actividad mental; que resulta inspirador o atractivo a nivel intelectual o emocional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas estimulante
συγκριτικός βαθμός
mas estimulante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estimulante
αρσενικό πληθυντικό
estimulantes
θηλυκό ενικό
estimulante
θηλυκό πληθυντικό
estimulantes
θεματικό πεδίο
cognición, emoción
Παραδείγματα
La conferencia fue muy estimulante.
Η διάλεξη ήταν πολύ διεγερτική.
El estimulante
01
διεγερτικό
sustancia que aumenta la actividad del sistema nervioso central y produce mayor estado de alerta o energía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estimulantes
Παραδείγματα
La cafeína es un estimulante del sistema nervioso.
Η καφεΐνη είναι διεγερτικό του νευρικού συστήματος.
LanGeek



























