Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estipular
01
ορίζω
establecer o fijar condiciones, normas o acuerdos de manera formal
Παραδείγματα
Se estipula que ambas partes deben firmar.
Καθορίζεται ότι και τα δύο μέρη πρέπει να υπογράψουν.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ορίζω