Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estipular
01
ορίζω
establecer o fijar condiciones, normas o acuerdos de manera formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estipulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estipula
ενεστώτα μετοχή
estipulando
απλός αόριστος
estipuló
παθητική μετοχή
estipulado
Παραδείγματα
El contrato estipula las condiciones del pago.
Η σύμβαση ορίζει τους όρους πληρωμής.



























