estipular

Ορισμός και σημασία του "estipular"στα ισπανικά

estipular
01

ορίζω

establecer o fijar condiciones, normas o acuerdos de manera formal
estipular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
estipulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
estipula
ενεστώτα μετοχή
estipulando
απλός αόριστος
estipuló
παθητική μετοχή
estipulado
Παραδείγματα
Se estipula que ambas partes deben firmar.
Καθορίζεται ότι και τα δύο μέρη πρέπει να υπογράψουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store