gabardinagenio
από 4
gabardinagenio
gabardina[n]

αδιάβροχο,παλτό βροχής

gabinete[n]

γραφείο,γραφείο εργασίας

gacela[n]

γαζέλα

gaceta[n]

επίσημη εφημερίδα,περιοδική έκδοση

gafas[n]

γυαλιά,φακοί

gafas de seguridad[n]

προστατευτικά γυαλιά

gafas de sol[n]

γυαλιά ηλίου

gafas protectoras[n]

προστατευτικά γυαλιά,γυαλιά προστασίας

gaita[n]

γκάιντα

gala[n]

επίσημη ή εορταστική εκδήλωση με δείπνο, παραστάσεις ή τελετές,γάλα

galardonar[v]

βραβεύω,απονέμω βραβείο

galaxia[n]

γαλαξίας,γαλαξίας

galería[n]

γκαλερί τέχνης,αίθουσα έκθεσης

galerista[n]

ιδιοκτήτης γκαλερί,γαλερίστας

galleta[n]

μπισκότο,κουλουράκι

galleta de la suerte[n]

μπισκότο της τύχης

galleta salada[n]

αλμυρό κράκερ

gallina[n]

κότα,οικόσιτη κότα

gallinero[n]

κοτέτσι,χώρος για κότες

gallo[n]

κόκορας

galón[n]

γαλόνι,γαλόνι (μονάδα μέτρησης)

galopar[v]

καλπάζω,τρέχω με καλπασμό

gamba[n]

γαρίδα

gamberrismo[n]

χουλιγκανισμός,βανδαλισμός

ganacia[n]

κέρδος

ganadería[n]

κτηνοτροφία,ράντσο

ganadero[adj][n]

κτηνοτροφικός,ζωικός

ganado[n]

κτηνοτροφία

ganador[n]

νικητής

ganancia[n]

κέρδος,όφελος

ganar[v]

κερδίζω

ganar bien[phrase]
ganar dinero[phrase]
ganar mal[phrase]
ganarse la vida[phrase]
ganchillo[n]

βελονάκι,βελονάκι πλεξίματος

gancho[n]

γάντζος,αγκίστρι

ganga[n]

ευκαιρία,καλή αγορά

ganso[n]

χήνα,χήνος

gánster[n]

γκάνγκστερ,μέλος οργανωμένης εγκληματικής συμμορίας

garabatear[v]

ζωγραφίζω απρόσεκτα,γράφω απρόσεκτα

garaje[n]

γκαράζ,σκεπαστό πάρκινγκ

garantía[n]

εγγύηση,εγγυητική

garantizar[v]

εγγυώμαι

garbanzo[n]

ρεβίθι

garganta[n]

λαιμός,φάρυγγας

gargantilla[n]

σφιχτό κολιέ,τσόκερ

garra[n]

νύχι,δόντι

garrocha[n]

ραβδί,ραβδί άλματος

gas[n]

αέριο

gas lacrimógeno[n]

δακρυγόνο αέριο

gasa[n]

γάζα

gaseoso[adj]

αέριος

gasolina[n]

βενζίνη,καύσιμο

gasolina sin plomo[n]

αμόλυβδη βενζίνη,καύσιμο χωρίς μόλυβδο

gasolinera[n]

βενζινάδικο,σταθμός ανεφοδιασμού

gastar[v]

καταναλώνω,ξοδεύω

gasto[n]

δαπάνη,έξοδο

gastos de comunidad[n]

κοινόχρηστα,έξοδα συνιδιοκτησίας

gastritis[n]

γαστρίτιδα

gastrointestinal[adj]

γαστρεντερικός

gastronómico[adj]

γαστρονομικός

gatear[v]

σέρνομαι,κινώ με τα χέρια και τα γόνατα

gatito[n]

γατάκι,μικρή γάτα

gato[n]

γάτα

gato bengalí[n]

γάτα Μπενγκάλ,μπενγκάλ γάτα

gato de bosque de noruega[n]
gato esfinge[n]

γάτος Σφίγγας,σφίγγα

gato montés[n]

άγρια γάτα,λύγκας

gato oriental de pelo corto[n]

ανατολική κοντότριχη γάτα,oriental shorthair

gato persa[n]

περσική γάτα

gato siamés[n]

σιάμικη γάτα,σιάμικος

gato somalí[n]

σομαλική γάτα

gaviota[n]

γλάρος

gazpacho[n]

γαζπάτσο

geco[n]

γκέκο,σαύρα τοίχων

gel[n]

τζελ

gel antibacterial[n]

αντιβακτηριακό τζελ,απολυμαντικό για τα χέρια

gel de ducha[n]

τζελ ντους

gel para el cabello[n]

τζελ μαλλιών,τζελ για το στύλινγκ μαλλιών

gelatina[n]

ζελατίνη,ζελατίνη

gelato[n]

κρεμώδες παγωτό ιταλικής προέλευσης, φτιαγμένο με γάλα, ζάχαρη και φυσικές γεύσεις

gélido[adj]

παγωμένος,παγετώδης

gema[n]

πολύτιμος λίθος

gemelo[n]

δίδυμος,δίδυμα

gemir[v]

βογγάω

gen[n]

γονίδιο

generador[n]
general[adj][n]

γενικός,κοινός • στρατηγός,ανώτερος αξιωματικός

generalmente[adv]

συνήθως

generar[v]

παράγω, δημιουργώ

género[n]

φύλο,γένος

género literario[n]

λογοτεχνικό είδος

generosidad[n]

γενναιοδωρία

generoso[adj]

γενναιόδωρος

genética[n]

γενετική

genético[adj]

γενετικός

genial[adj]

φανταστικός,εξαιρετικός

genialidad[n]

ιδιοφυΐα,μεγαλοφυΐα

genio[n]

ιδιοφυΐα,εξαιρετικό ταλέντο

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή