Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
galardonar
[past form: galardoné][present form: galardono]
01
βραβεύω, απονέμω βραβείο
dar un premio, honor o reconocimiento a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
galardono
γ΄ ενικό πρόσωπο
galardona
ενεστώτα μετοχή
galardonando
απλός αόριστος
galardoné
παθητική μετοχή
galardonado
Παραδείγματα
Galardonaron la novela por su originalidad y estilo.
Galardonaron το μυθιστόρημα για την πρωτοτυπία και το στυλ του.



























