Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
galardonar
01
βραβεύω, απονέμω βραβείο
dar un premio, honor o reconocimiento a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
galardono
γ΄ ενικό πρόσωπο
galardona
ενεστώτα μετοχή
galardonando
απλός αόριστος
galardoné
παθητική μετοχή
galardonado
Παραδείγματα
La academia galardonó al escritor con un premio internacional.
Η ακαδημία βράβευσε τον συγγραφέα με ένα διεθνές βραβείο.



























