el ganchillo
Pronunciation
/ɡantʃˈiʎo/

Ορισμός και σημασία του "ganchillo"στα ισπανικά

01

βελονάκι, βελονάκι πλεξίματος

una técnica para tejer con hilo y un gancho
el ganchillo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Usó hilo de algodón para su último proyecto de ganchillo.
Χρησιμοποίησε βαμβακερή κλωστή για το τελευταίο της έργο βελονάκι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store