el ganchillo
gan
gan
gan
chi
ˈʧi
chi
llo
ʎo
lio
solomillopanecilloarmadilloflequillo

Ορισμός και σημασία του "ganchillo"στα ισπανικά

01

βελονάκι, βελονάκι πλεξίματος

una técnica para tejer con hilo y un gancho 
el ganchillo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Mi abuela me enseñó a hacer ganchillo cuando era pequeña. 

Η γιαγιά μου μου έμαθε να κάνω βελονάκι όταν ήμουν μικρή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store