Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El garaje
[gender: masculine]
01
γκαράζ, σκεπαστό πάρκινγκ
lugar cerrado para guardar coches
Παραδείγματα
El garaje está al lado de la entrada principal.
Το γκαράζ βρίσκεται δίπλα στην κύρια είσοδο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γκαράζ, σκεπαστό πάρκινγκ