Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
garabatear
01
ζωγραφίζω απρόσεκτα, γράφω απρόσεκτα
dibujar o escribir de forma distraída y sin un plan definido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
garabateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
garabatea
ενεστώτα μετοχή
garabateando
απλός αόριστος
garabateó
παθητική μετοχή
garabateado
Παραδείγματα
El artista garabatea ideas para sus cuadros.
Ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει απρόσεκτα ιδέες για τους πίνακές του.



























