Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
garabatear
01
ζωγραφίζω απρόσεκτα, γράφω απρόσεκτα
dibujar o escribir de forma distraída y sin un plan definido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
garabateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
garabatea
ενεστώτα μετοχή
garabateando
απλός αόριστος
garabateó
παθητική μετοχή
garabateado
Παραδείγματα
Siempre garabatea en los márgenes de sus cuadernos.
Ζωγραφίζει πάντα στα περιθώρια των τετραδίων του.



























