Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gemir
01
βογγάω
emitir un sonido de dolor, pena o sufrimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
gimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
gime
ενεστώτα μετοχή
gimiendo
απλός αόριστος
gimió
παθητική μετοχή
gemido
Παραδείγματα
El paciente gemía de dolor tras la operación.
Ο ασθενής βογγούσε από τον πόνο μετά την εγχείρηση.
02
στεναχωρώ
emitir un sonido fuerte y prolongado de dolor, angustia o sufrimiento
Παραδείγματα
El lobo gemía en la oscuridad de la noche.
Ο λύκος βογγούσε στο σκοτάδι της νύχτας.



























