gemir

Ορισμός και σημασία του "gemir"στα ισπανικά

01

βογγάω

emitir un sonido de dolor, pena o sufrimiento
gemir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
gimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
gime
ενεστώτα μετοχή
gimiendo
απλός αόριστος
gimió
παθητική μετοχή
gemido
Παραδείγματα
Gemimos juntos al recordar los tiempos difíciles.
Βογγάμε μαζί θυμίζοντας τις δύσκολες εποχές.
02

στεναχωρώ

emitir un sonido fuerte y prolongado de dolor, angustia o sufrimiento
gemir definition and meaning
Παραδείγματα
Gemía como si estuviera sufriendo mucho.
Βόγγυζε σαν να υπέφερε πολύ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store