la gaceta
ga
ga
ga
ce
ˈθe
the
ta
ta
ta
gacelagaveta

Ορισμός και σημασία του "gaceta"στα ισπανικά

01

επίσημη εφημερίδα, περιοδική έκδοση

un periódico oficial o publicación periódica, especialmente de carácter institucional o académico 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gacetas
Παραδείγματα
La gaceta del gobierno publica todas las leyes nuevas. 

Η εφημερίδα της κυβέρνησης δημοσιεύει όλους τους νέους νόμους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store