Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gaceta
01
επίσημη εφημερίδα, περιοδική έκδοση
un periódico oficial o publicación periódica, especialmente de carácter institucional o académico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gacetas
Παραδείγματα
La gaceta del gobierno publica todas las leyes nuevas.
Η εφημερίδα της κυβέρνησης δημοσιεύει όλους τους νέους νόμους.



























