Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El gas
[gender: masculine]
01
αέριο
estado de la materia sin forma ni volumen definido
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gases
Παραδείγματα
Los coches funcionan con gas o gasolina.
Τα αυτοκίνητα λειτουργούν με αέριο ή βενζίνη.
02
βενζίνη
combustible usado para producir energía o calor
Παραδείγματα
El sistema funciona con gas.
Το σύστημα λειτουργεί με αέριο.



























