Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jab
01
μαχαιρώνω, καψαλίζω
to forcefully stab or pierce something with a sharp object
Transitive: to jab a sharp object into sth
Παραδείγματα
He jabbed the knife into the cardboard box to open it.
Έχωσε το μαχαίρι στο χαρτόκουτο για να το ανοίξει.
02
χτυπώ με ευθεία γροθιά, καρφώνω
to deliver a quick, sharp punch with a straight arm, often used in boxing to hit an opponent
Transitive: to jab sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jab
γ΄ ενικό πρόσωπο
jabs
ενεστώτα μετοχή
jabbing
απλός αόριστος
jabbed
παθητική μετοχή
jabbed
Παραδείγματα
The boxer jabbed his opponent in the ribs, aiming to weaken his defense.
Ο πυγμάχος έριξε jab στον αντίπαλό του στα πλευρά, με στόχο να αποδυναμώσει την άμυνά του.
Jab
01
ευθεία γροθιά, τζαμπ
a quick, straight punch thrown with the lead hand to create distance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jabs
Παραδείγματα
He landed a series of jabs to score points in the early rounds.
Έριξε μια σειρά από jabs για να σκοράρει στους πρώτους γύρους.
02
χτύπημα, απότομη χειρονομία
a sharp hand gesture (resembling a blow)
03
σκόνταγμα, ελαφρύ άγγιγμα
the act of touching someone suddenly with your finger or elbow



























