Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jabber
01
φλυαρώ, κελαηδώ
to talk rapidly and excitedly, often in a senseless manner
Intransitive: to jabber | to jabber about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jabber
γ΄ ενικό πρόσωπο
jabbers
ενεστώτα μετοχή
jabbering
απλός αόριστος
jabbered
παθητική μετοχή
jabbered
Παραδείγματα
The children jabbered excitedly about the upcoming school field trip, making it hard for the teacher to get their attention.
Τα παιδιά φλυαρούσαν ενθουσιασμένα για την επερχόμενη σχολική εκδρομή, κάνοντας δύσκολο για τον δάσκαλο να τραβήξει την προσοχή τους.
Jabber
01
φλυαρία, γρήγορη και ασαφής ομιλία
rapid and indistinct speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jabbers



























