Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jabber
01
φλυαρώ, κελαηδώ
to talk rapidly and excitedly, often in a senseless manner
Intransitive: to jabber | to jabber about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jabber
γ΄ ενικό πρόσωπο
jabbers
ενεστώτα μετοχή
jabbering
απλός αόριστος
jabbered
παθητική μετοχή
jabbered
Παραδείγματα
During the family picnic, relatives jabber cheerfully while enjoying their meal.
Κατά τη διάρκεια του οικογενειακού πικνίκ, οι συγγενείς φλυαρούν χαρούμενα ενώ απολαμβάνουν το γεύμα τους.
Jabber
01
φλυαρία, γρήγορη και ασαφής ομιλία
rapid and indistinct speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
jabbering
jabber



























