Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
isolated
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most isolated
συγκριτικός βαθμός
more isolated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The isolated cabin in the mountains offered solitude and tranquility.
Το απομονωμένο καλύβι στα βουνά προσέφερε μοναξιά και ηρεμία.
02
απομονωμένος, μακρινός
not close together in time
03
απομονωμένος, αποσυνδεδεμένος
feeling or being disconnected from others, either physically or socially
Παραδείγματα
Not participating in the team activities, the new employee appeared isolated in the workplace, struggling to integrate with colleagues.
Μη συμμετέχοντας στις ομαδικές δραστηριότητες, ο νέος εργαζόμενος φαινόταν απομονωμένος στον χώρο εργασίας, παλεύοντας να ενταχθεί με τους συναδέλφους.
04
απομονωμένος, διαχωρισμένος
marked by separation of or from usually contiguous elements
05
απομονωμένος, σε καραντίνα
under forced isolation especially for health reasons
06
απομονωμένος, αποκομμένος
cut off or left behind
Λεξικό Δέντρο
isolated
isolate



























