Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
isolated
Παραδείγματα
The isolated research station in Antarctica housed scientists studying climate change.
Ο απομονωμένος ερευνητικός σταθμός στην Ανταρκτική φιλοξενούσε επιστήμονες που μελετούσαν την κλιματική αλλαγή.
02
απομονωμένος, μακρινός
not close together in time
03
απομονωμένος, αποσυνδεδεμένος
feeling or being disconnected from others, either physically or socially
Παραδείγματα
Not sharing his thoughts with others, he remained isolated in his emotions, struggling with inner turmoil.
Χωρίς να μοιράζεται τις σκέψεις του με άλλους, παρέμεινε απομονωμένος στα συναισθήματά του, παλεύοντας με εσωτερική αναταραχή.
04
απομονωμένος, διαχωρισμένος
marked by separation of or from usually contiguous elements
05
απομονωμένος, σε καραντίνα
under forced isolation especially for health reasons
06
απομονωμένος, αποκομμένος
cut off or left behind
Λεξικό Δέντρο
isolated
isolate



























