isolated
Pronunciation
/ˈaɪsəˌɫeɪtəd/, /ˈaɪsəˌɫeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "isolated"στα αγγλικά

01

απομονωμένος, απομακρυσμένος

(of a place or building) far away from any other place, building, or person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most isolated
συγκριτικός βαθμός
more isolated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The isolated research station in Antarctica housed scientists studying climate change.
Ο απομονωμένος ερευνητικός σταθμός στην Ανταρκτική φιλοξενούσε επιστήμονες που μελετούσαν την κλιματική αλλαγή.
02

απομονωμένος, μακρινός

not close together in time
03

απομονωμένος, αποσυνδεδεμένος

feeling or being disconnected from others, either physically or socially
Παραδείγματα
Not sharing his thoughts with others, he remained isolated in his emotions, struggling with inner turmoil.
Χωρίς να μοιράζεται τις σκέψεις του με άλλους, παρέμεινε απομονωμένος στα συναισθήματά του, παλεύοντας με εσωτερική αναταραχή.
04

απομονωμένος, διαχωρισμένος

marked by separation of or from usually contiguous elements
05

απομονωμένος, σε καραντίνα

under forced isolation especially for health reasons
06

απομονωμένος, αποκομμένος

cut off or left behind

Λεξικό Δέντρο

isolated
isolate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store