isolating
i
ˈaɪ
ai
so
la
leɪ
lei
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "isolating"στα αγγλικά

01

απομονωτικός, απομονωμένος

a language structure that relies on individual words to convey meaning without extensive use of grammatical affixes or word modifications 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
linguistics, language
Παραδείγματα
Vietnamese is an example of an isolating language, where words do not change form. 

Τα βιετναμικά είναι ένα παράδειγμα απομονωμένης γλώσσας, όπου οι λέξεις δεν αλλάζουν μορφή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

isolating
isolate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store