Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
isolating
01
απομονωτικός, απομονωμένος
a language structure that relies on individual words to convey meaning without extensive use of grammatical affixes or word modifications
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The isolating characteristics of the language can be challenging for speakers of inflected languages.
Τα απομονωτικά χαρακτηριστικά της γλώσσας μπορεί να είναι προκλητικά για ομιλητές κλιτικών γλωσσών.
Λεξικό Δέντρο
isolating
isolate



























