Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irritating
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
causing annoyance or displeasure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irritating
συγκριτικός βαθμός
more irritating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The constant noise from construction work outside was irritating to the residents.
Ο συνεχής θόρυβος από τις εργασίες κατασκευής έξω ήταν ενοχλητικός για τους κατοίκους.
Παραδείγματα
The irritating itch on his arm made it hard to concentrate.
Ο ενοχλητικός κνησμός στο χέρι του έκανε δύσκολη τη συγκέντρωση.
03
ερεθιστικός
(used of physical stimuli) serving to stimulate or excite
Λεξικό Δέντρο
irritatingly
irritating
irritate
irrit



























