Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irritating
01
ενοχλητικός, εκνευριστικός
causing annoyance or displeasure
Παραδείγματα
The habit of tapping the pen on the desk became irritating to everyone in the quiet room.
Η συνήθεια του να χτυπάς το στυλό στο γραφείο έγινε ενοχλητική για όλους στην ήσυχη αίθουσα.
Παραδείγματα
The irritating pressure in his eyes was caused by lack of sleep.
Η ενοχλητική πίεση στα μάτια του προκλήθηκε από έλλειψη ύπνου.
03
ερεθιστικός
(used of physical stimuli) serving to stimulate or excite
Λεξικό Δέντρο
irritatingly
irritating
irritate
irrit



























