Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to irk
01
ενοχλώ, εξοργίζω
to annoy someone, often due to repeated actions or persistent issues
Transitive: to irk sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
irk
γ΄ ενικό πρόσωπο
irks
ενεστώτα μετοχή
irking
απλός αόριστος
irked
παθητική μετοχή
irked
Παραδείγματα
It irks him when someone leaves the door open and lets the cold air in.
Τον ενοχλεί όταν κάποιος αφήνει την πόρτα ανοιχτή και αφήνει τον κρύο αέρα να μπει.



























