invisible
in
ɪn
in
vi
ˈvɪ
vi
si
zi
ble
bəl
bēl
invincibleindivisible

Ορισμός και σημασία του "invisible"στα αγγλικά

01

αόρατος, αθέατος

not capable of being seen with the naked eye 
invisible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invisible
συγκριτικός βαθμός
more invisible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The invisible ink on the paper only became visible when exposed to heat. 

Η αόρατη μελάνη στο χαρτί έγινε ορατή μόνο όταν εκτέθηκε σε θερμότητα.

02

αόρατος, σχεδόν απαρατήρητος

ignored or hardly noticeable 
invisible definition and meaning
Παραδείγματα
The minor details in the design were almost invisible to most viewers. 

Οι μικρές λεπτομέρειες στο σχέδιο ήταν σχεδόν αόρατες για τους περισσότερους θεατές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store