Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invigorating
01
ζωηρός, ενδυναμωτικός
providing energy or strength, often with a sense of renewal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invigorating
συγκριτικός βαθμός
more invigorating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The invigorating workout routine included a combination of cardio and strength training exercises.
Η ζωντανεύουσα ρουτίνα γυμναστικής περιλάμβανε ένα συνδυασμό αεροβικών και ασκήσεων αντοχής.
Λεξικό Δέντρο
invigorating
invigorate
invigor



























