Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
invigorating
01
ζωηρός, ενδυναμωτικός
providing energy or strength, often with a sense of renewal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invigorating
συγκριτικός βαθμός
more invigorating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The invigorating morning run left her feeling energized and ready for the day.
Ο αναζωογονητικός πρωινός δρόμος την άφησε να νιώθει ενεργητική και έτοιμη για την ημέρα.
Λεξικό Δέντρο
invigorating
invigorate
invigor



























