invaluable
in
ɪn
in
va
ˈvæ
lua
ljuə
lyooē
ble
bəl
bēl
invariable

Ορισμός και σημασία του "invaluable"στα αγγλικά

invaluable
01

ανεκτίμητος, πολύτιμος

holding such great value or importance that it cannot be measured or replaced 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most invaluable
συγκριτικός βαθμός
more invaluable
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her advice was invaluable in helping me make the right decision. 

Η συμβουλή της ήταν ανεκτίμητη στο να με βοηθήσει να πάρω τη σωστή απόφαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store