Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inure
01
σκληραγωγούμαι, συνηθίζω
to become accustomed to something difficult or unpleasant, usually through repeated exposure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
inure
γ΄ ενικό πρόσωπο
inures
ενεστώτα μετοχή
inuring
απλός αόριστος
inured
παθητική μετοχή
inured
Παραδείγματα
Soldiers quickly inure themselves to extreme conditions.
Οι στρατιώτες συνηθίζουν γρήγορα στις ακραίες συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
inured
inure



























