Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intriguing
01
συναρπαστικός, μυστηριώδης
arousing interest and curiosity due to being strange or mysterious
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intriguing
συγκριτικός βαθμός
more intriguing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His peculiar habits and eccentric personality made him an intriguing character to his neighbors.
Οι ιδιόμορφες συνήθειές του και η εκκεντρική προσωπικότητά του τον έκαναν έναν συναρπαστικό χαρακτήρα για τους γείτονές του.
Λεξικό Δέντρο
intriguingly
intriguing
intrigue



























