Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intriguing
01
συναρπαστικός, μυστηριώδης
arousing interest and curiosity due to being strange or mysterious
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intriguing
συγκριτικός βαθμός
more intriguing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old book contained intriguing symbols and cryptic messages, sparking the reader's curiosity.
Το παλιό βιβλίο περιείχε συναρπαστικά σύμβολα και κρυπτικά μηνύματα, πυροδοτώντας την περιέργεια του αναγνώστη.
Λεξικό Δέντρο
intriguingly
intriguing
intrigue



























