Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intersecting
01
τεμνόμενος, διασταυρούμενος
crossing or meeting at a point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intersecting
συγκριτικός βαθμός
more intersecting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The map shows intersecting routes through the city.
Ο χάρτης δείχνει διασταυρούμενες διαδρομές μέσα από την πόλη.
Λεξικό Δέντρο
nonintersecting
intersecting
intersect



























